Άρθρα (16)

Άρθρα

Τα σημάδια της καλοκαιρινής κατάθλιψης

Ανεξήγητη αναστάτωση

Όταν ο κιρκαδικός ρυθμός βγαίνει εκτός ισορροπίας, ακόμη και αν αυτό συμβαίνει από λίγες ώρες περισσότερη έκθεση στον ήλιο κάθε μέρα, τότε μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα. Η εποχική κατάθλιψη του καλοκαιριού εκδηλώνεται περισσότερο ως υπερδιέγερση παρά ως λήθαργος, όπως γίνεται με την εποχική κατάθλιψη του χειμώνα. Εάν δεν νιώθετε να είστε ο εαυτός σας και αν είστε πολύ νευρικοί στον ύπνο, ή στην συνήθη ρουτίνα σας, μπορεί να έχετε καλοκαιρινή κατάθλιψη.

Προσμονή και απογοήτευση

Όταν περιμένετε κάτι με ανυπομονησία και μεγάλες προσδοκίες, τότε πολλές φορές απογοητεύεστε από την πραγματικότητα και το αποτέλεσμα. Αυτό συμβαίνει και με τις καλοκαιρινές δραστηριότητες και διακοπές, τις οποίες μπορεί να προγραμματίζετε καιρό πριν και τελικά απογοητεύεστε από την εξέλιξή τους. Αυτό σας αφήνει με ένα συναίσθημα κατάθλιψης ενόψει του χειμώνα και των υποχρεώσεων που μοιάζουν “βουνό”, επειδή δεν ξεκουραστήκατε και δεν διασκεδάσατε αρκετά μέσα στο καλοκαίρι.

Ελλιπής ύπνος

Η αυξημένη ηλιοφάνεια, κάνει τον εγκέφαλο να νομίζει ότι πρέπει να παραμείνει ξύπνιος για περισσότερες ώρες μέσα στην ημέρα και γι' αυτόν το λόγο εκκρίνει λιγότερη μελατονίνη (γνωστή και ως ορμόνη του ύπνου) και περισσότερη κορτιζόλη (γνωστή και ως η ορμόνη του στρες). Ο ελλιπής ύπνος μπορεί να συμβάλλει σημαντικά στην εκδήλωση συμπτωμάτων κατάθλιψης.

Αυξημένες αρμοδιότητες και στρες στην εργασία

Η περίοδος των καλοκαιρινών διακοπών συνεπάγονται και την απουσία πολλών συναδέλφων από την δουλειά. Αυτό “υποχρεώνει” εκείνους που μένουν πίσω να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους, προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι συνολικές απώλειες. Αυτό, μπορεί να σας κάνει πιο ευέξαπτους και εκνευρισμένους για πολλές ώρες μέσα στην ημέρα, ενώ εκτοξεύει τα επίπεδα του στρες στον οργανισμό.

Φθόνος και κατάθλιψη από τα... social media

Οι συνεχείς “ενημερώσεις” των φίλων σας στο Facebook από ανέμελες στιγμές σε μέρη που έχουν πάει διακοπές, σας υπενθυμίζουν διαρκώς ότι εσείς συνεχίζετε να δουλεύετε την ώρα που άλλοι διασκεδάζουν. Αυτό αυξάνει το στρες και την καλοκαιρινή κατάθλιψη.

Read more...

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΓΧΟΣ ΤΩΝ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ

Όταν οι εξετάσεις εμφανίζονται ως η μοναδική ευκαιρία για το άτομο να αποδείξει στους γύρω του ή και στον ίδιο τον εαυτό του την ικανότητα και την αξία του, τότε εμφανίζεται το άγχος. Ο φόβος μήπως απογοητεύσει τους σημαντικούς άλλους της ζωής του και η ανασφάλεια μήπως διαψεύσει τις προσδοκίες που έχει για τον εαυτό του, προκαλούν μια σειρά από αρνητικές σκέψεις, οι οποίες με τη σειρά τους ενισχύουν το άγχος που βιώνει, με αποτέλεσμα – όχι σπάνια – να ακινητοποιείται και τελικά να παραιτείται από την προσπάθεια να ανταπεξέλθει στην εξεταστική διαδικασία.

Εκείνο που χρειάζεται να θυμάστε – υποψήφιοι/ες & γονείς – είναι ότι, μέχρι ενός σημείου, το άγχος είναι φυσιολογικό και δημιουργικό. Μας κινητοποιεί σε δύσκολες στιγμές της ζωής μας να καταβάλουμε το μέγιστο των προσπαθειών μας προκειμένου να επιτύχουμε τον στόχο μας.

Το άγχος γίνεται επικίνδυνο και μπορεί να κάνει κακό, μόνο όταν δεν μπορούμε πια να το ελέγξουμε, γιατί τότε:

1.περιορίζει την πραγματική μας ικανότητα για επίδοση και

2.μας κάνει να υποφέρουμε.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΑΓΧΟΥΣ ΤΩΝ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ

Κατά την προετοιμασία για την εξεταστική δοκιμασία:

Η προετοιμασία είναι ίσως ο κυριότερος παράγοντας εξασφάλισης μιας ικανοποιητικής επίδοσης. Το άτομο καλό είναι να σκεφτεί γιατί συμμετέχει στις εξετάσεις, ποιός είναι ο στόχος του και κατά πόσο η επίδοσή του είναι ικανή να επηρεάσει την εικόνα που έχει για τον εαυτό του. Εάν συμμετέχει γιατί ενδιαφέρεται να μάθει και να προχωρήσει εκπαιδευτικά και εάν γνωρίζει ότι η αξία του δεν μπορεί να επηρεαστεί από την επιτυχία ή μη μιας εξεταστικής δοκιμασίας, τότε έχει εξασφαλίσει τις πρώτες σημαντικές προϋποθέσεις για τον έλεγχο του άγχους του.

Κατά τη φάση αυτή θα χρειαστεί να αναλογιστεί εάν το πρόγραμμα και ο τρόπος μελέτης που ακολουθεί λειτουργούν ενισχυτικά στην ικανότητα να συγκεντρώνεται και να αφομοιώνει όσα μελετά. Η καλή οργάνωση του χρόνου αλλά και η αξιοποίηση διαλλειμάτων με ευχάριστες δραστηριότητες μπορούν να επιφέρουν μόνο θετικό αποτέλεσμα.

Κάθε φορά που νιώθουμε το άγχος πριν τις εξετάσεις να μας διακατέχει μπορούμε να ακολουθούμε μια σειρά από βήματα και να νιώθουμε καλύτερα.

Καλό είναι να βρούμε ποια σκέψη μας δημιουργεί άγχος π.χ. «αν δεν γράψω καλά θα απογοητεύσω τους ανθρώπους που με αγαπάνε».

Αν βρούμε τις σκέψεις που μας οδηγούν στο άγχος θα μπορέσουμε να τις αντικαταστήσουμε με θετικές: «θα προσπαθήσω να πάω στις εξετάσεις όσο καλύτερα προετοιμασμένος γίνεται και θα κάνω το καλύτερο που μπορώ» ή «έχω εμπιστοσύνη στις δυνάμεις μου και θα αντιμετωπίσω τα θέματα με ψυχραιμία» ή «δε θα αφήσω το φόβο να με κυριέψει – θα ηρεμήσω και θα προσπαθήσω για το καλύτερο» ή «ό,τι και να γίνει οι δικοί μου θα συνεχίσουν να είναι δίπλα μου και να με αγαπούν».

Ίσως οι αρνητικές σκέψεις θελήσουν να κυριαρχήσουν και πάλι. Εμείς όμως, πιστοί στην επιλογή μας να χρησιμοποιήσουμε τις θετικές σκέψεις, δε θα υποκύψουμε και θα θυμόμαστε ότι οι εξετάσεις και ταυτόχρονα η εισαγωγή σε κάποια σχολή είναι μια πολύ καλή προοπτική, αλλά δεν είναι η μόνη….

Κατά την εξεταστική δοκιμασία

Μια καλή αρχή είναι να οργανώσεις το γραφείο και το χώρο της μελέτης. Πρέπει να είναι έτσι φτιαγμένος ώστε να βοηθάει στη συγκέντρωση και στη μελέτη.

Όταν πλέον κανείς βρίσκεται στην κυρίως φάση μιας εξεταστικής δοκιμασίας, θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι πρόκειται για μια δοκιμασία η οποία μπορεί μεν να τον φέρει πιο κοντά στον στόχο του, δε μπορεί όμως να τον εμποδίσει οριστικά από αυτόν. Μπορεί να πρόκειται για μια δοκιμασία που του λέει πράγματα για τον εαυτό του, δεν μπορεί όμως να επηρεάσει την αξία που έχει ως μοναδικό άτομο, με μοναδικές δεξιότητες, προσωπικότητα και χαρίσματα.

Καλό θα ήταν να ξεκινήσει κανείς απαντώντας τις ερωτήσεις εκείνες που γνωρίζει καλύτερα. Η ενθάρρυνση και η αισιοδοξία που θα προκύψουν από τη διαχείριση τέτοιων ερωτημάτων – θεμάτων, μπορεί να μειώσει το μη δημιουργικό άγχος και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για τη διαχείριση και των υπόλοιπων. Οι θετικές σκέψεις και οι θετικές ενισχυτικές κουβέντες του ατόμου προς τον εαυτό του, μπορούν να δυναμώσουν την αυτοπεποίθησή του και να κάνουν τη δοκιμασία λιγότερο ή καθόλου οδυνηρή.

Πρακτικοί τρόποι αντιμετώπισης του έντονου φόβου τη στιγμή της εξέτασης:

-«Εάν αρχίσω να τρέμω, να ιδρώνουν τα χέρια μου, να χτυπάει η καρδιά μου δυνατά… Θα πάρω βαθιές ανάσες και δεν θα χάσω την ψυχραιμία μου».

-«Εάν δεν μπορέσω να απαντήσω σε μία ερώτηση, θα προσπαθήσω να συγκεντρωθώ περισσότερο στην επόμενη χωρίς να σκέφτομαι την αποτυχία».

-«Θα ξεκινήσω με ό,τι γνωρίζω καλά.. Ακούω καλά τις οδηγίες και δεν βιάζομαι να παραδώσω το γραπτό μου».

-«Θα μείνω ως το τέλος της γραπτής εξέτασης συγκεντρωμένος και δεν θα τα εγκαταλείψω, θα παλέψω μέχρι το τέλος».

Προτάσεις για τους γονείς:

  • •Προσπαθήστε να είστε όσο το δυνατό πιο ήρεμοι – αν εσείς είστε ήρεμοι αυτό θα νιώθουν και τα παιδιά.
  • •Εκτονωθείτε με κάποιο τρόπο, όπως γυμναστική, περίπατο, συνάντηση με φίλους.
  • •Μην πιέζετε το παιδί να διαβάσει ή να του το υπενθυμίζετε σε κάθε περίπτωση που το βλέπετε να κάθεται (και να μη διαβάζει) – ξέρει το ίδιο τους ρυθμούς του – αν νιώσει πίεση από εσάς μπορεί να κάνει και ακριβώς το αντίθετο.
  • •Μην φροντίζετε το παιδί περισσότερο από όσο χρειάζεται, δεν είναι άρρωστο απλά εξετάσεις δίνει – σταθείτε διακριτικά κοντά του και όταν θελήσει κάτι θα το ζητήσει.
  • •Αυτό που έχει ανάγκη το παιδί σε αυτή τη φάση είναι να είστε εκεί και να το ακούσετε, να μοιραστεί μαζί σας τις ανησυχίες και τους φόβους του.
  • •Έχετε στο μυαλό ότι το παιδί δίνει εξετάσεις. Δεν «δίνουμε» εξετάσεις, όπως ακούγεται πολύ συχνά (αν και έτσι μπορεί να νιώθετε).
  • •Σε περίπτωση που δυσκολεύεστε να διαχειριστείτε την κατάσταση μια επίσκεψη σε έναν ειδικό ψυχικής υγείας μπορεί να είναι βοηθητική τόσο για εσάς όσο και για το παιδί.

Καλή επιτυχία…

Www.dislexia.gr (Σχοινά Λιάνα Ψυχολόγος MSc)

Read more...

Συστηματικός Δικτυακός Εκφοβισμός (cyber-bulling)

O συστηματικός δικτυακός εκφοβισμός είναι ένα σύγχρονο, υπαρκτό και εξελισσόμενο κοινωνικό-εκπαιδευτικό φαινόμενο. Οι διεθνείς σχετικές έρευνες αναφέρουν ότι το φαινόμενο παρουσιάζεται στα παιδιά σχολικής ηλικίας σε ποσοστό 6 έως 33% (Smith et al., 2005). Οι κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες μεγαλώνουν τα σημερινά παιδιά είναι πολύ διαφοερτικές από ότι στο παρελθόν.

Είναι απαραίτητο λοιπόν να κατανοήσουμε αυτές τις πλευρές και μέσα σε αυτές να καθοδηγήσουμε τη νέα γενιά. Πολλοί εκπαιδευτικοί σε όλες τις χώρες ανάμεσα σε αυτές και στην δική μας αναγνωρίζουν το πρόβλημα  (Li, 2007). Παρόλα αυτά η σοβαρότητα του προβλήματος είναι ένα αναμφισβήτητο γεγονός, για το οποίο οι εκπαιδευτικοί παγκοσμίως αμφιταλαντεύονται κι αντιδρούν σπασμωδικά ή λανθασμένα (Li, 2007). Μια πιθανή ερμηνεία είναι ότι τα παιδιά- θύματα του συστηματικού δισκτυακού εκφοβισμού δεν έχουν έκδηλες ενδείξεις στην εξωτερική τους εμφάνιση (γραντζουνιές, μελανιές κλπ) κάτι που κάνει ακόμη πιο δύσκολη την αναγνώριση του φαινομένου.

Ο συστηματικός δικτυακός εκφοβισμός δεν είναι κάτι αφηρημένο. Είναι ένα φαινόμενο που συνεχίζεται , εξελίσσεται και επηρεάζει την εκπαιδευτική πραγματικότητα. Λαμβάνει χώρα τόσο σε πραγματικό χώρο όσο και στο διαδίκτυο (Bauman, 2007). Ωστόσο οι συνέπειες του απλώνονται σε όλους τους τομείς της κοινωνικής δράσης και συμπεριφοράς των ατόμων. Η απενεχοποίηση της κοινωνικά ανεπιθύμητης συμπεριφοράς μέσω της ψηφιακής τεχνολογίας ανεβάζει τους δείκτες του φαινομένου χρόνο με το χρόνο (Smith et al., 2005). Ιδιαίτερα αξιοσημείωτη είναι η αύξηση του φαινομένου κατά τη διάρκεια της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Η ανάγκη λοιπόν πρόληψης και ενημέρωσης είναι διαδικασία που πρέπει να λαμβάνει χώρα επιτακτικά την περίοδο της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Έρευνες δείχνουν ότι το 50% των παιδιών σχολικής ηλικίας που χρησιμοποιούν το διαδίκτυο, το κάνουν χωρίς καμία επίβλεψη από ενήλικα (Smith et al.,2005). H αντιμετώπιση του συστηματικού δικτυακού εκφοβισμού είναι πολύ πιο δύσκολη υπόθεση στο χώρο του σχολείου , επειδή η ανωνυμία που περιβάλλει πολλούς ηλεκρονικούς τρόπους επικοινωνίας όχι μόνο προωθεί την απευαισθητοποίηση , αλλά μειώνει και την ικανότητα της κοινωνικής συναλλαγής με αποτέλεσμα οι χρήστες να είναι πιο εύκολο να υιοθετήσουν εχθρικές και επιθετικές συμπεριφορές (Li, 2007).

Για αυτό το λόγο, επισημαίνεται ότι η ενημέρωση για το φαινόμενο και τις συνακόλουθες αρνητικές συνέπειες του είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες , που μπορούν να μειώσουν τα φαινόμενα του συστηματικού εκφοβισμού και του συστηματικού δικτυακού εκφοβισμού έως και 50% (Campbell, 2005). Επίσης θα πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και οι αρνητικοί σχολικοί παράγοντες, όπως είναι η πίεση και το άγχος  για σχολική επιτυχία, καθώς και οι απόψεις, οι στάσεις και οι ακατάλληλες διδακτικές των εκπαιδευτικών για τη μάθηση και τη συμπεριφορά των μαθητών τους, οι οποίοι μπορούν να οδηγήσουν , να εντείνουν  ή και να μειώσουν τα φαινόμενα του συστηματικού εκφοβισμού και του συστηματικού δικτυακού εκφοβισμού (Ma, 2001, Li, 2007).

Οι αμοιβαίες επιρροές οικογένειας, συνομηλίκων και σχολείου είναι αυτές που μπορούν επίσης να διατηρήσουν ή να εξαλείψουν το φαινόμενο (Espelage et al, 2000. Olweus, 2003 στο Li, 2007), καθότι σχολικές μονάδες με σαφή πολιτική κουλτούρα κατά του εκφοβισμού και θετικό εκπαιδευτικό κλίμα, αναπτύσσουν πολύ μικρό ποσοστό συστηματικού εκφοβισμού και συνεπώς μικρότερες πιθανότητες μα εμφανίσουν συστηματικό διδκτυακό εκφοβισμό. Ο συστηματικός δικτυακός εκφοβισμός , μπορεί να προκύψει σε διάφορα ηλικιακά επίπεδα και δεν είναι φαινόμενο που αφορά μόνο τους μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Οι επιπτώσεις είναι αρνητικές  για όλες τις ηλικίες και αποδεικνύουν την αναγκαιότητα της ενημέρωσης των μαθητών και της επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του φαινομένου (Li, 2007). Συνεπώς η ενημέρωση, η επιμόρφωση και η συμμετοχή των εκπαιδευτικών σε σχετικά εξειδικευμένα προγράμματα παρέμβασης αποτελούν τα πρώτα βασικά βήματα στην έγκαιρη και προληπτική αντιμετώπιση του φαινομένου. Στη συνέχεια, επειδή οι συνέπειες του φαινομένου επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα τη μάθηση, οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να αποκτήσουν τις κατάλληλες δεξιότητες για να χειρίζονται σωστά ένα τέτοιο θέμα.

Www.dislexia.gr (Σχοινά Λιάνα Ψυχολόγος MSc)

Read more...

ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΓΟΝΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΩΝ

Όλοι οι γονείς συναντάνε καταστάσεις όπου το παιδί δεν συνεργάζεται και συμπεριφέρεται με τρόπο που δεν ικανοποιεί τις προσδοκίες τους. Από τις πιο ασήμαντες διαφορές μέχρι τις πιο κρίσιμες διαμάχες δημιουργείται ένταση στη σχέση με το παιδί. Οι συγκρούσεις μπορεί να προκαλέσουν απόσταση ή να οδηγήσουν σε ένα πιο βαθύ δέσιμο και σε μια αναθεώρηση της επαφής με το παιδί ανάλογα με το πώς θα τις χειριστούν. Πολλοί γονείς δεν θέλουν καθόλου να αντιμετωπίσουν τις συγκρούσεις, ενοχλούνται και βρίσκονται σε μεγάλη σύγχυση για το πώς θα τις χειριστούν. Οι περισσότεροι γονείς βλέπουν την επίλυση της σύγκρουσης σαν να είναι ένα είδος μάχης όπου πάντα κάποιος θα πρέπει να κερδίσει ή να χάσει. Σαν έναν αγώνα δύναμης και υπεροχής. Ακολουθούν δύο παραδείγματα συνηθισμένων τρόπων επίλυσης συγκρούσεων από τους γονείς.

Τρόπος 1. Έχουμε μια σύγκρουση αναγκών ανάμεσα στο γονέα και το παιδί. Ο γονέας αποφασίζει ποια είναι η λύση, την αναγγέλλει και περιμένει το παιδί να την αποδεχτεί. Αν η λύση δεν αρέσει στο παιδί, προσπαθεί με διάφορους τρόπους να το πείσει, π.χ με το καλό, με φωνές και στο τέλος αν αποτύχει ασκεί δύναμη και εξουσία στο παιδί (άσκηση τιμωρίας) .

Τρόπος 2. Έχουμε μια σύγκρουση αναγκών ανάμεσα στο γονέα και το παιδί. Ο γονέας αποφασίζει ποια είναι η λύση, την αναγγέλλει και περιμένει το παιδί να την αποδεχτεί. Το παιδί έχει τη δική του λύση και προσπαθεί να εκβιάσει το γονέα για να τη δεχτεί. Αν ο γονέας αντισταθεί χρησιμοποιεί τη δύναμη του για να τον συμμορφώσει (φωνές, κλάματα, εκβιασμός,

θυμός). Στο τέλος ο γονέας υποχωρεί.

Και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις κάποιος φεύγει ηττημένος και θυμωμένος με τον άλλο.

Στην πρώτη περίπτωση το παιδί συμμορφώνεται λόγω της τιμωρίας και της αποδοκιμασίας του γονέα. Εκτελεί αυτό που θέλει ο γονέας αλλά είναι δυσαρεστημένο και κάποια στιγμή πιθανότατα θα εκδικηθεί και θα εκφράσει εχθρότητα.

Στην δεύτερη περίπτωση όταν τα παιδιά «κάνουν το δικό τους» χρησιμοποιούν χειριστικούς τρόπους για να ελέγξουν τους γονείς. Οι εκρήξεις θυμού και το κλάμα, κάνουν τους γονείς τους να νιώθουν ένοχοι, ενώ με το να μιλάνε άσχημα και να προκαλούν με απειλές πληγώνουν και φοβίζουν το γονέα και τον κάνουν να παραιτηθεί. Τα παιδιά όμως που μπορούν και χειρίζονται τους γονείς τους με αυτό τον τρόπο αναπτύσσουν μία εγωκεντρική και απαιτητική συμπεριφορά, νομίζουν ότι όλος ο κόσμος τους ανήκει και συχνά αναπτύσσουν βαθιά συναισθήματα αμφιβολίας για την αγάπη των γονέων τους γιατί ακριβώς δεν μπορούν να καταλάβουν που είναι τα όρια και να αισθανθούν ασφάλεια μέσα σε αυτά. Οι γονείς από την άλλη είναι μονίμως απογοητευμένοι, νιώθουν ότι δεν έχουν κανέναν έλεγχο και συχνά καταλήγουν σε ένα παθητικό τρόπο συμπεριφοράς που δεν ικανοποιεί ούτε τους ίδιους.

Πολλοί γονείς λοιπόν εγκλωβίζονται ανάμεσα στις δύο αυτές μεθόδους που εναλλάσσονται συχνά. Πώς μπορούμε εναλλακτικά να βγούμε από αυτή την παγίδα; Υπάρχει και ένας άλλος τρόπος προσέγγισης των συγκρούσεων. Στην μέθοδο αυτή κανένας δεν κερδίζει ούτε χάνει, καθώς η λύση είναι αποδεκτή και από τους δύο.

Τρόπος3. Ογονέας και το παιδί αντιμετωπίζουν μία κατάσταση σύγκρουσης αναγκών,ο γονέας 

ζητάει από το παιδί να συνεργαστεί μαζί του σε μια κοινή προσπάθεια επίλυσης κοινά αποδεκτής και από τους δύο. Προτείνονται λύσεις και από τις δύο πλευρές, αξιολογούνται,παίρνεται μια απόφαση και την αποδέχονται και οι δύο πλευρές.

Οι φάσεις της εποικοδομητικής σύγκρουσης

-Αναγνώριση και προσδιορισμός των συγκρούσεων.

-Ενεργητική ακρόαση για να κατανοήσω και να ξεκαθαρίσω τα συναισθήματα του παιδιού.

-Δημιουργία δυνατών εναλλακτικών λύσεων και από τις δύο πλευρές.

-Αξιολόγηση εναλλακτικών λύσεων.

-Λήψη απόφασης για την καλύτερη αποδεκτή λύση. Συζητούμε μαζί του τα πιθανά αποτελέσματα που θα έχει η απόφαση του, «τι νομίζεις ότι θα συμβεί αν κάνεις αυτό;»

-Εφαρμογή της λύσης. Ζητούμε από το παιδί μια δέσμευση. «Πότε θα ξεκινήσεις την εφαρμογή της απόφασης σου;»

-Παρακολούθηση για αξιολόγηση της λειτουργίας της.

Η εφαρμογή αυτής της τακτικής προϋποθέτει την ψυχραιμία και τη διάθεση για διαπραγμάτευση και πρέπει να εφαρμόζεται αφού έχει εκτονωθεί ο θυμός. Άλλοι σημαντικοί όροι για την εποικοδομητική σύγκρουση είναι η αναγνώριση των θετικών στοιχείων του παιδιού, ο περιορισμός στην επίρριψη ευθύνης και η σταθερότητα αλλά όχι η ακαμψία σε αυτό που υποστηρίζουμε.

Read more...

ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΣΤΟ ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ

Σύμφωνα με την Τζάννη Μ.,(1992), σημαντικό ρόλο στην κοινωνικοποίηση στις σύγχρονες κοινωνίες παίζει το σχολείο, ξεκινώντας από την προσχολική αγωγή και συνεχίζοντας στις άλλες βαθμίδες. Το διαφορετικό περιβάλλον που εμφανίζεται για πρώτη φορά, από άποψη σύνθεσης, στο παιδί και η λειτουργία του, διαφέρει τελείως από το οικογενειακό περιβάλλον και εκεί εστιάζεται η δυσκολία προσαρμογής του παιδιού στην πρώτη του αυτή κατάκτηση, η οποία είναι σημαντική στην εξελικτική του πορεία.
Η βασικότερη από τις πολλές έννοιες σ’ αυτή την ηλικία των πέντε ετών είναι η καλύτερη κατανόηση και σε ευρύτερο επίπεδο της αντίληψης «υπάρχω, άρα συνυπάρχω» ομαδοποιούμαι σε ομάδα και εντάσσομαι σε επίπεδο κανόνων.
Στην αρχή κάθε σχολικού έτους όλες οι Νηπιαγωγοί αντιμετωπίζουμε σοβαρά προβλήματα προσαρμογής των παιδιών, κυρίως τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο. Μπορούμε να πούμε πως ερχόμαστε αντιμέτωποι με την παιδοκεντρική συμπεριφορά των γονιών, η οποία είναι προσανατολισμένη-ξεφεύγοντας από τα φυσιολογικά πλαίσια πολλές φορές- στις προσωπικές ανάγκες των παιδιών τους.
Ο βαθμός υπερπροστασίας τους προς τα παιδιά τους, είναι τόσο μεγάλος που δημιουργούν πρόβλημα στην ομαλή προσαρμογή και στην απόκτηση της αυτονομίας τους. Αντιμετωπίζουμε ένα μεγάλο ποσοστό εξαρτημένων παιδιών, τα οποία νιώθουν για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα φοβικά συναισθήματα-αρνητικά έναντι του σχολείου.
Σύμφωνα με την Καπάτου Α. (1999), μερικές φορές η άρνηση του παιδιού είναι τόσο έντονη που μας δημιουργεί την εντύπωση ότι αδιαφορεί για κάθε σχολική δραστηριότητα και αν δε δούμε βαθύτερα, κάτι που το διαπιστώνουμε κι εμείς στην πράξη, οι γονείς τους προβάλλουν τα δικά τους συναισθήματα στη φοίτηση του παιδιού τους, επειδή και οι και οι ίδιοι πιθανώς είχαν αντιμετωπίσει δυσκολίες. Μια από τις χαρακτηριστικότερες φράσεις που χρησιμοποιούν για να δικαιολογήσουν μια αρνητική συμπεριφορά του παιδιού τους, είναι: « είναι μικρός/ή ακόμα ή παιδί είναι».
Η ενημέρωση και η επικοινωνία με τους γονείς από τις Νηπιαγωγούς με την οργάνωση συγκεντρώσεων τόσο σε ομαδικό επίπεδο όσο και σε ατομικό, θα βοηθήσει πολύ στην αντιμετώπιση των προβλημάτων προσαρμογής. Ο σημαντικός ρόλος του Νηπιαγωγείου θα πρέπει να τονιστεί στις συναντήσεις-συζητήσεις των γονέων και των Νηπιαγωγών και να εξαλειφθεί τελείως η παρεξηγημένη εικόνα του ως baby parking ή παιδικό σταθμό.
Το πρώτο βήμα προσέγγισης είναι η παρουσίαση του αναλυτικού προγράμματος του Νηπιαγωγείου και η μεθοδευμένη προσέγγισή του σε γνωστικά αντικείμενα, μέσα από δημιουργικούς και παιδαγωγικούς τρόπους που κεντρικό ρόλο έχει το παιδί, αναπτύσσοντας έτσι την μαθησιακή αλλά και συναισθηματική του ανάπτυξη.
Στις συζητήσεις με τους γονείς θα πρέπει να τονίζεται ο σημαντικός ρόλος που παίζουν οι ίδιοι στην προσαρμογή του στο σχολείο, διότι θεωρούνται οι πρώτοι του «δάσκαλοι», αφενός με το να στηρίζουν την προσπάθεια του παιδιού, να συναισθάνονται (ενσυναίσθηση) και να συνομιλούν για τα προβλήματά του, ρωτώντας το για ποιο λόγο νιώθει στεναχωρημένο ή δεν θέλει να πάει στο σχολείο και αφετέρου να το ενθαρρύνουν στον αγώνα που καταβάλει, χωρίς να ξεχνούν ότι δεν πρέπει να παρεμβαίνουν στο έργο των Νηπιαγωγών, ούτε να επιδιώκουν να τις υποκαταστήσουν. Το κλειδί στη φάση αυτή λέγεται συνεργασία. Η κοινωνική ενίσχυση από τη Νηπιαγωγό, με συζητήσεις και επιδοκιμασίες, τονώνουν ηθικά το παιδί για κάθε του προσπάθεια, λειτουργούν ως ενισχυτές (συμπεριφοριστική παρέμβαση). Επιτυγχάνεται έτσι και αναπτύσσεται η εμπιστοσύνη του απέναντί της.
Τέλος, η ένταξη του παιδιού στην ομάδα αποτελεί κυρίαρχο στόχο για τη Νηπιαγωγό, διότι έτσι θα έχει επιτευχθεί η προσαρμοστικότητα του παιδιού. Προσαρμοστικό παιδί σημαίνει πως έχει κατακτήσει τις ιδιότητες αυτές στον χαρακτήρα του αναπτύσσοντας στρατηγικές, ξεκινώντας από αυτή την κρίσιμη ηλικία των πέντε-έξι ετών, μαθαίνει να θέτει μη στνειδητά στην αρχή σαφή όρια του «εγώ» και διατηρεί παράλληλα μια ενσυναισθητική στάση βρίσκοντας καταφύγιο σε άτομα που εμπιστεύεται, όπως π.χ. στην αγαπημένη του Νηπιαγωγό.

Www.dislexia.gr (Σχοινά Λιάνα Ψυχολόγος MSc)

Read more...

Πένθος και Γηρατειά

Η προχωρημένη ηλικία είναι εκείνη που βρίσκεται πιο κοντά στο θάνατο, και, γι’ αυτό, συχνά, τον αποδέχεται ευκολότερα. 
Ωστόσο, πόσα ηλικιωμένα άτομα δεν έχουν εγκαταλειφθεί στην τύχη τους, χωρίς καμία προετοιμασία ή υποστήριξη; Από  τη στιγμή που εισάγονται σε κάποιο νοσοκομείο, συμβιβάζονται με την καθημερινή πραγματικότητα του ιδρύματος και με κάποιες επισκέψεις συγγενικών προσώπων, λιγότερο θερμές απ’ ό,τι θα ήταν στο σπίτι.

Το τοπίο, ωστόσο, δεν είναι εντελώς γκρίζο, δεδομένου ότι από τη δεκαετία του 1980, συντελέστηκε μεγάλη πρόοδος στον τομέα των παρεχόμενων φροντίδων στο σπίτι και της παραμονής των γηραιότερων στην κατοικία τους. Η οικονομική ανεξαρτησία των νέων, η αύξηση της απόστασης μεταξύ των μελών της ίδιας οικογένειας, καθώς και το καθιερωμένο, πλέον, ρήγμα στους συναισθηματικούς δεσμούς που τους ένωναν, επιτείνουν σημαντικά τη μοναξιά των ατόμων άνω των 80 ετών. Επιπλέον, στην ηλικία αυτή, το χάσμα των γενεών διευρύνεται, επιφέροντας ένα πλήγμα στην επικοινωνία.

Για να είναι μέσα στα πράγματα. σήμερα, ο ηλικιωμένος πρέπει να διαβάζει εφημερίδα, να βλέπει τηλεόραση, να βγαίνει, να γνωρίζει κάποια πράγματα για την τεχνολογία, να ντύνεται σύγχρονα, και, το κυριότερο, να ακούει και να μοιράζεται τις εμπειρίες του. Όμως, οι νέοι θεωρούν, συχνά, ότι δεν έχουν τίποτα να μάθουν από τους μεγαλύτερους, λόγω των διαφορετικών αξιών που πρεσβεύουν. Ωστόσο, αυτή η αντίληψη είναι απατηλή. Οι γενιές οφείλουν να καταβάλουν αμοιβαίες προσπάθειες για να διατηρήσουν την αναγκαία για όλους επαφή.

Ένας πρώτος, λοιπόν, τρόπος εξομάλυνσης των οικογενειακών πενθών περνάει από τη διατήρηση της επαφής, και από τις δύο πλευρές. Ο δεύτερος τρόπος είναι περισσότερο ιατρικής φύσης, και θα έπρεπε να έχει, ως πρωτεύοντα στόχο, την ομαλή επιστροφή του ατόμου που αναρρώνει, στο σπίτι του. Ας εξετάσουμε, τώρα, την εικόνα που έχουν οι ηλικιωμένοι για το θάνατο. Οι ηλικιωμένοι έχουν υποστεί πολλά πένθη και είναι έτοιμοι να βιώσουν κι άλλα: Των γονιών τους, κάποιες φορές του συντρόφου τους, των φίλων τους και, πάντα, προσώπων της παλιάς φουρνιάς.

Λέμε γι’ αυτούς ότι αναμασούν το παρελθόν και μωρολογούν. Πράγματι, η συσσώρευση αναμνήσεων και η καλύτερη λειτουργία της μακροπρόθεσμης μνήμης (σε σχέση με την βραχυπρόθεσμη) ωθούν τους ηλικιωμένους να μνημονεύουν τα γνωρίσματα του κόσμου που ήξεραν, γεγονός που τους κάνει να νιώθουν πιο ασφαλείς από το να προσπαθούν να κατανοήσουν τον σύγχρονο και τεχνολογικά προηγμένο κόσμο.

Οι γυναίκες, μακροβιότερες των αντρών κατά δέκα, περίπου, χρόνια, ανησυχούν περισσότερο για το θάνατο, δεδομένου ότι οι πιθανότητες να μείνουν χήρες είναι αυξημένες, και μάλιστα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Η συντροφιά του θανάτου δεν είναι, λοιπόν, άγνωστη στους γηραιότερους.

Η στάση τους, ωστόσο, απέναντι στο θάνατο, δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ιδιαίτερα νοσηρή. Μπορεί ο φόβος του θανάτου να εξασθενεί με τα χρόνια, αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι γέροντες τον επιθυμούν, τον εξουσιάζουν, και, κατά συνέπεια, δεν χρειάζονται βοήθεια για να τον αντιμετωπίσουν. Θα θέλαμε, στο σημείο αυτό, να ασχοληθούμε με τα προβλήματα που έχουν ανακύψει εξαιτίας της ευθανασίας.

Οι γέροντες τη ζητούν σπάνια. Στις περισσότερες περιπτώσεις, όταν οι πόνοι, οι εσχάρες (νεκρωτικοί ιστοί που επικάθονται με τη μορφή κρούστας στο δέρμα, με το οποίο συνδέονται σταθερά, και είναι αποτέλεσμα θερμικού ή χημικού εγκαύματος ή επιφανειακής γάγγραινας σε διαβητικά ή αρτηριοσκληρωτικά άτομα), η αφυδάτωση και η μοναξιά έχουν υπερνικηθεί, οι γέροντες.

Επιθυμούν, όπως όλος ο κόσμος, να συνεχίσουν το προσωπικό τους έπος. O Jean-Marie Gomas, γιατρός παθολόγος στο Παρίσι, ο οποίος κουράρει ασθενείς στο σπίτι και στο νοσοκομείο, λέει το εξής: «Τα τελευταία δέκα, τουλάχιστον, χρόνια, ποτέ δεν χρειάστηκε να αποφασίσουμε αν θα έπρεπε να προβούμε σε ευθανασία ασθενή. Πιστεύω μας είναι ότι η συζήτηση με τον ασθενή και την οικογένεια έχει κατευναστικό αποτέλεσμα και βοηθά στην εξεύρεση ενός άλλου τρόπου επίτευξης του συναισθήματος της πλήρωσης του ατόμου, ακόμα και κατά τις τελευταίες του στιγμές».

Είναι, λοιπόν, εφικτή η διατήρηση ενός αυθεντικού διαλόγου με τα υπέργηρα άτομα, ακόμα κι αν έχουν χάσει τα λογικά τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτοί που ζητούν ευθανασία είναι η οικογένεια και η ιατρική ομάδα- ευτυχώς, όχι πολύ συχνά. Σύμφωνα με την έρευνα της Renee Sebag-Lanoe, ένα 6% των ασθενών ζητούν την ευθανασία, ενώ το ποσοστό των οικογενειών και των θεραπόντων που την επιθυμούν αγγίζει το 9% και 16% αντίστοιχα. Το ακραίο αυτό αίτημα συνεπάγεται την επιθυμία, εκ μέρους της οικογένειας, να πάψει ο ασθενής να ¨υποφέρει¨. Ο ασθενής, όμως, δεν υποφέρει, πάντα, σωματικά. Πρόκειται, τις περισσότερες φορές, για μια κατάσταση που κρίνεται αφόρητη από τα παιδιά ή τους φίλους, οι οποίοι δεν έχουν το κουράγιο να έρχονται αντιμέτωποι με το θάνατο, κατ’ αυτόν τον τρόπο.

Οι θεραπευτικές ομάδες, αν δεν έχουν αποδεχτεί το πέρασμα από τη θεραπευτική στην καταπραϋντική αγωγή, θα προτιμήσουν την αναζήτηση μιας νέας διεξόδου, από την ενοχλητική αβεβαιότητα στην οποία βρίσκονται. Ο θάνατος βιώνεται, πάντα, από τους γιατρούς, ως αποτυχία, ως έλλειψη κατάλληλων μέσων ή ως λανθασμένη διάγνωση. Συνεπιφέρει μια αμφισβήτηση της ιατρικής πρακτικής, αλλά και της ιατρικής ηθικής.

Ποιος θα τολμούσε, άλλωστε, να ισχυριστεί ότι ο όρκος του Ιπποκράτη είναι πλέον παρωχημένος; Πολλοί γιατροί θεωρούν την παράγραφο (του όρκου) που αναφέρεται στο θάνατο των ασθενών ως ξεπερασμένη και ανεφάρμοστη. Κι όμως, παραμένει ένα σημαντικό κείμενο, που υπενθυμίζει την ανάγκη μετριοπάθειας του γιατρού μπροστά στις απρόοπτες καταστάσεις, αλλά και στην υποκειμενικότητα ορισμένων παραγόντων, όπως είναι ο πόνος, η κατάθλιψη, και η ασυνείδητη αμφιθυμία της οικογένειας του ασθενή.

Www.dislexia.gr (Σχοινά Λιάνα Ψυχολόγος MSc)

Read more...

Κανόνες χρήσης του Διαδικτύου

Συμφωνήστε και δημιουργήστε έναν κατάλογο με τους κανόνες χρήσης του διαδικτύου από τους εφήβους σας.

  • • Για να μην υπάρξουν αντιδράσεις από το παιδί σας (κυρίως προεφηβείας και αρχές εφηβείας) συμφωνήστε από την αρχή κάθε πότε και για πόση ώρα θα μπορεί να χρησιμοποιεί τον Η/Υ και το διαδίκτυο.
  • • Να θυμάστε ότι οι έφηβοι γνωρίζουν για τον υπολογιστή και τις σύγχρονες τεχνολογίες περισσότερα απ’ όσα γνωρίζετε οι ίδιοι και ότι αυτό μπορεί να δυσχεράνει ή έμμεσα να αποτρέψει τον διακριτικό έλεγχό σας.
  • • Aν δεν έχετε οι ίδιοι γνώσεις, και θέλετε έγκυρα να πληροφορηθείτε τι συμβαίνει στο διαδίκτυο ή τρόπους ασφαλούς πλοήγησης ή και να αναφέρετε πιθανές κακοτοπιές, επισκεφθείτε την ιστοσελίδα www.saferinternet.gr, που είναι ο ελληνικός κόμβος ασφαλούς διαδικτύου.
  • • Συμφωνήστε ώστε στην αρχή να σας δίνει τον κωδικό πρόσβασής του, όμως σε κανέναν άλλο. Φυσικά μεγαλώνοντας δεν θα σας δίνει πια τον κωδικό του.
  • • Ενημερώστε από νωρίς το παιδί για ζητήματα ασφάλειας στο διαδίκτυο. Π.χ. γιατί δεν πρέπει να χρησιμοποιεί πιστωτικές κάρτες ή να δίνει προσωπικά στοιχεία και πληροφορίες για την οικογένειά του χωρίς να σας συμβουλευτεί, ή να είναι ακόμα πιο προσεκτικό στις πληροφορίες που παρέχει σε ίντερνετ καφέ και γενικά όταν χρησιμοποιεί τους υπολογιστές άλλων ατόμων.
  • • Να μην αναγράφει σε κανένα δικτυακό τόπο πλήρη στοιχεία, όπως ονοματεπώνυμο και διεύθυνση. Oύτε να δίνει φαινομενικά αθώα στοιχεία, όπως τις ώρες που γυρίζει από το σχολείο του.
  • • Εξηγήστε ότι καλό είναι να μην ανοίγει μηνύματα από αποστολείς που δεν τους γνωρίζει. Πολλοί ιοί μεταδίδονται με το άνοιγμα ενός αρχείου.
  • • Πείτε του να φεύγει πάντα από τις ιστοσελίδες στις οποίες δεν αισθάνεται όμορφα και να μην έχει την αίσθηση ότι αν κουβεντιάσει το θέμα με τους γονείς του θα «φερθεί σαν μωρό».
  • • Mιλήστε για τους online φίλους και τις δραστηριότητές του όπως το ρωτάτε και για τις άλλες του δραστηριότητες.
  • • Kάποιοι γονείς είναι βέβαιοι ότι το παιδί τους δεν θα βγει ποτέ ραντεβού με κάποιο άτομο που γνώρισε μέσω υπολογιστή χωρίς να τους συμβουλευτεί. Όμως επειδή ορισμένα παιδιά το κάνουν, οι γονείς πρέπει εξαρχής να τα ενημερώνουν για τους σχετικούς κινδύνους και να μην εφησυχάζουν.
  • • Συμβουλεύστε τον έφηβο ότι θα πρέπει τουλάχιστον στο ραντεβού με κάποιο άτομο που γνώρισε στο διαδίκτυο να μην πάει μόνος του και να φροντίσει να είναι σε πολυσύχναστο χώρο.
  • • Mιλήστε του για την πορνογραφία στο διαδίκτυο και κατευθύνετέ τον σε ιστοσελίδες για την υγιή σεξουαλικότητα.
  • • Mπορεί επίσης ο γονιός να μπει σε ένα chat room μαζί με τον έφηβο και να δηλώσει ότι είναι ένα αγόρι 16 ετών. Όταν τελειώσει η συνομιλία, θα έχει αποδείξει στο παιδί του ότι, όπως εκείνος έπεισε τους συνομιλητές για κάτι αναληθές, μπορούν και εκείνοι αύριο να κάνουν το ίδιο. Oι γονείς πρέπει να τονίζουν στο παιδί τους ότι υπάρχουν κάποια άτομα που όχι μόνο έχουν κακές προθέσεις, αλλά διαθέτουν και τα μέσα να τις υλοποιήσουν. Σε περίπτωση που κάποιος τα απειλεί ή τα εκβιάζει ή τα κάνει να αισθανθούν άσχημα, πρέπει αμέσως να το συζητήσουν μαζί σας.
  • • Eξετάστε τις δικές σας online συνήθειες. Aν δυσκολεύεστε να ελέγξετε τη χρήση του διαδικτύου, σκεφτείτε ότι είστε το πιο σπουδαίο μοντέλο ρόλου για το παιδί σας.
  • • Ενθαρρύνετε τα παιδιά σας να δημιουργούν σχέσεις με συνομηλίκους και προτρέψτε τα στις αθλητικές δραστηριότητες.

Πηγή:"Παιδιά στην Εφηβεία Γονείς σε κρίση" Εκδόσεις Μίνωας

Read more...

Γιατί αλλάζει η συμπεριφορά των παιδιών παρουσία της μητέρας τους;

Μια νέα έρευνα που πραγματοποιήθηκε από το τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου της Ουάσινγκτον αποκαλύπτει ότι η συμπεριφορά των παιδιών είναι 800% χειρότερη όταν η μητέρα τους βρίσκεται στον ίδιο χώρο! Μάλιστα για τα παιδιά ηλικίας κάτω των 10 ετών, το ποσοστό αυτό είναι ακόμα μεγαλύτερο και φτάνει το 1.600%!

Οι ερευνητές παρακολούθησαν 500 οικογένειες και οι αρνητικές συμπεριφορές που μελέτησαν ήταν γκρίνια, κλάμα, φωνές, απόπειρα του παιδιού να χτυπήσει κάποιον, κακή χρήση της γλώσσας και κοροϊδευτική συμπεριφορά. «Ανακαλύψαμε ότι ήδη από την ηλικία των 8 μηνών τα παιδιά μπορεί να παίζουν χαρούμενα μόνα τους και μόλις δουν ότι η μητέρα τους ήρθε στο χώρο σε ποσοστό 99,9% αρχίζουν να κλαίνε, να κάνουν κακά και να απαιτούν την προσοχή της» σχολιάζει η καθηγήτρια οικογενειακής ψυχολογίας δρ. Κ. P. Leibowitz. «Το ένα παιδάκι στα 100 που δεν το έκανε είχε προβλήματα όρασης, αλλά μόλις άκουσε τη φωνή της μαμάς του άρχισε να πετάει τα παιχνίδια του και να λέει ότι πεινάει, παρόλο που είχε μόλις φάει.

Ήταν συναρπαστικό» λέει.
Στην ίδια έρευνα φάνηκε ότι, ανεξάρτητα από τη μέθοδο πειθαρχίας, 100% των παιδιών συμμορφώνονταν καλύτερα σε οδηγίες που τους δίνονταν σε φυσιολογικό τόνο φωνής από άλλο άτομο, εκτός από τη μητέρα τους. Εκείνη, για να τραβήξει στον ίδια βαθμό την προσοχή τους έπρεπε να ανεβάσει σημαντικά τον τόνο της φωνής της. Γιατί όμως παρατηρείται αυτό το φαινόμενο; Οι ειδικοί λένε ότι αυτές οι συμπεριφορές προκύπτουν στα παιδιά επειδή η μαμά τους είναι ο αποδέκτης όλων των συναισθημάτων: δυσάρεστων και ευχάριστων. Είναι δηλαδή, το πρόσωπο στο οποίο μπορούν να απευθυνθούν και να τους λύσει όλα τους τα προβλήματα.

Γι' αυτό, μπορεί η γκρίνια του παιδιού σας, να σας είναι κουραστική, αλλά μην νομίζετε ότι το παιδί σας είναι κακομαθημένο και θέλει απλά να σας υποδέχεται στην πόρτα κλαψουρίζοντας ή ουρλιάζοντας. Το αντίθετο μάλιστα, μάλλον έχετε δημιουργήσει ένα ασφαλές χώρο για το παιδί και έχει όλη την άνεση να συμπεριφερθεί όπως νιώθει. Μήπως λοιπόν αυτή η κακή του συμπεριφορά είναι και ένα σημάδι, ότι βρίσκεστε στον σωστό δρόμο;
πηγή: ''Συμπεριφορές στο σχολείο'', Αθήνα 2010

Read more...

Η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση στα παιδιά

Η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση είναι η διαδικασία ενημέρωσης για την αναπαραγωγή, τη συνουσία και τις σεξουαλικές σχέσεις. Αφορά θέματα ανατομίας, αναπαραγωγής, διαφορών των φύλων και υγιεινής. Επίσης αναφέρεται σε κινδύνους, σε πρόληψη εγκυμοσύνης και σε τεχνικές γονιμοποίησης. Η σεξουαλική ηθική, οι υποχρεώσεις των ανθρώπων μεταξύ τους, ιδανικά και αξίες, όπως αμοιβαίος σεβασμός, υπευθυνότητα και αγάπη θα πρέπει επίσης να αποτελούν μέρος της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης.
Θα πρέπει να γίνεται με τους απλούστερους όρους και με τα πιο λιτά λόγια, μια και υπάρχει η τάση στους ανθρώπους να λένε πολλά, χωρίς να μπαίνουν στο κύριο θέμα καθόλου, όταν μιλάνε στα παιδιά για το σεξ.
Υπάρχει επίσης η τάση, να μιλούν για τα θέματα αυτά με πολύ συναισθηματισμό. Στόχος μας είναι το παιδί να κατανοήσει, ότι η σεξουαλική επαφή είναι ένα απολύτως φυσιολογικό κομμάτι της ζωής μας και να ενημερωθεί έγκυρα γι' αυτό, χωρίς να του μένει η αίσθηση ότι πίσω από το σεξ υπάρχει κάτι πονηρό, απαγορευμένο ή κρυφό. Για το λόγο αυτό σημαντικό είναι οι γονείς που θα αναλάβουν να μιλήσουν στα παιδιά τους για τη σεξουαλική πράξη, να το κάνουν με την ίδια ψυχραιμία που απαντάνε σε άλλους είδους ερωτήματα του παιδιού.
Γέλια, πονηρά χαμόγελα, αμηχανία, προσπάθειες αποφυγής της συζήτησης ή αντίθετα υπερβολικές εξηγήσεις, κάνουν το θέμα αυτό ελκυστικό για το παιδί, παρουσιάζοντας το όμως ταυτόχρονα ως κάτι απαγορευμένο. Ο γονέας θα πρέπει να αποφεύγει να είναι περιπαικτικός, τιμωρητικός, βιαστικός ή να δείχνει αμήχανος. Τα παιδιά αντιλαμβάνονται, με καταπληκτική ακρίβεια, τις λεπτές και υπονοούμενες αποχρώσεις και σημασίες που συνυπάρχουν στις απαντήσεις των ενηλίκων.
Το παιδί παρατηρεί ότι δεν προκαλεί καμιά ιδιαίτερη προσοχή στους γύρω του, όταν λέει τις λέξεις «πόδι» ή «χέρι». Αντίθετα, παρατηρεί ότι το ίδιο ακροατήριο συγκεντρώνει την προσοχή του επάνω στο παιδί, όταν μιλάει για τα γεννητικά όργανα. Επίσης, παρατηρεί ότι, λέγοντας τέτοιες λέξεις, προκαλεί θυμό ή ιλαρότητα στους γύρω του. Το παιδί στην περίπτωση αυτή θα αρχίσει να ψάχνει μόνο του να βρει τις πληροφορίες που θέλει και ελάχιστα θα εμπιστεύεται και θα απευθύνεται στους γονείς. Έτσι, ενέχει ο κίνδυνος της παραπληροφόρησης αλλά και της αντιμετώπισης του σεξ με μεγαλύτερη συναισθηματική βαρύτητα απ' όσο του αξίζει.
Η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση αρχίζει από την αρχή της ζωής του παιδιού με τρόπους άδηλους, μη ορατούς, μη απτούς. Ο ίδιος ο γονέας με την παρουσία του και μόνο παρέχει σεξουαλική αγωγή. Δεν είναι τόσο το τι λένε οι γονείς αυτό που μορφώνει το παιδί στο σπίτι, όσο το τι κάνουν. Η ηλικία των τριών ή τεσσάρων ετών είναι η ηλικία που γενικά αρχίζει το παιδί να κάνει συγκεκριμένες ερωτήσεις. Αν οι μητέρες βιαστούν πολύ, ακόμα και οι καλύτερες προσπάθειες πάνε χαμένες. Αλλά και πάλι, αν αργήσουν πολύ, κινδυνεύουν να γελοιοποιηθούν.
Γύρω στα 4, το παιδί φυσιολογικά θα αρχίσει να ρωτάει γύρω από τη γέννηση των παιδιών και εκεί είναι η καλύτερη ηλικία για να αρχίσει η σεξουαλική αγωγή. Αν το παιδί ως τα 6 του δεν έχει ρωτήσει, αυτό σημαίνει ότι υπάρχει κάτι στη στάση των γονέων που το εμποδίζει να απευθυνθεί σε αυτούς για να πάρει τις απαντήσεις που θέλει. Θα πρέπει, λοιπόν τότε οι ίδιοι οι γονείς να βρουν την κατάλληλη ευκαιρία για να μιλήσουν στο παιδί για το σεξ και την αναπαραγωγική διαδικασία.
Μια εγκυμοσύνη ή η γέννηση ενός μωρού στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον της οικογένειας, μια ταινία στην τηλεόραση, μια παιδική ιστορία, ένα μωρό στο πάρκο μπορούν να αποτελέσουν καλές ευκαιρίες για να ξεκινήσει μια τέτοια συζήτηση. Βιβλία, εμπλουτισμένα με εικόνες σε μορφή παραμυθιού θα μπορούσαν να είναι πολύ βοηθητικά. Κατά την προεφηβεία (10-13 ετών) και την εφηβεία (12 -18), η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση θα πρέπει να αρχίζει με τις αναμενόμενες αλλαγές στο σώμα και στην ψυχολογία του ατόμου κατά τη διάρκεια της εφηβείας. Πρέπει να γίνεται εκτεταμένη και αναλυτική αναφορά στα γεννητικά όργανα και στον τρόπο λειτουργίας τους τόσο κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής πράξης, όσο και κατά τη διάρκεια της κύησης.
Η σεξουαλική αγωγή δεν πρέπει να περιλαμβάνει μόνο θέματα που αφορούν τη σεξουαλική πράξη αυτή κάθε αυτή. Θα πρέπει να αναφέρεται γενικότερα σε θέματα σχέσεων και σε συναισθήματα. Οι έφηβοι συχνά έρχονται αντιμέτωποι με πρωτόγνωρα συναισθήματα κατά την επαφή με το άλλο φύλο, τα οποία πιθανόν να μη ξέρουν πώς να τα διαχειριστούν. Καλό είναι να μιλάμε μαζί τους για τη συντροφικότητα, την κατανόηση, τη στήριξη, το σεβασμό, την εμπιστοσύνη, την ασφάλεια, την αγάπη, τα κοινά ενδιαφέροντα.
Ένα καλά ενημερωμένο παιδί, μαθαίνει να μη ντρέπεται για το σώμα του και να αποδέχεται τα ερωτικά του συναισθήματα ως κάτι φυσιολογικό, όπως πραγματικά είναι. Όταν, λοιπόν, τα παιδιά θα φθάσουν στην περίοδο της εφηβείας κατά την οποία θα υπάρξει η αφύπνιση της σεξουαλικότητα, θα έχουν μάθει να σέβονται το σώμα τους και να το χειρίζονται σωστά.
Σε κάθε περίπτωση, για θέματα που παρατηρείτε ή αντιμετωπίζετε μια δυσκολία, η συμβολή ενός ειδικού είναι αναγκαία για την υγιή ανάπτυξη του παιδιού και του εφήβου.

www.kids-center.gr
Σχοινά Λιάνα
Ψυχολόγος

Read more...

Η Δυσαριθμησία

1. Ορισμός δυσαριθμησίας
Η δυσαριθμησία ως διακριτή έννοια εμφανίστηκε σε ένα άρθρο του Αμερικανού R. Cohn, ο οποίος υπήρξε εισηγητής του όρου, στο περιοδικό Archives of Neurology. Στο εν λόγω άρθρο η δυσαριθμησία περιγραφόταν ως δυσλειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος, που ήταν υπεύθυνη για την ανεξήγητη δυσκολία, που παρουσίαζαν ορισμένα άτομα στην απόκτηση μαθηματικών δεξιοτήτων (Αγαλιώτης, 2009).
Πρωτοπόρος ερευνητής στον τομέα των ειδικών μαθησιακών δυσκολιών και κυρίως των δυσκολιών στην αριθμητική, υπήρξε ο Τσέχος νευροψυχολόγος Kosc, που όρισε την Αναπτυξιακή δυσαριθμησία ως έξης:

"Αναπτυξιακή δυσαριθμησία είναι μια δομική διαταραχή μαθηματικών ικανοτήτων που έχει τις ρίζες του σε γενετική ή σύμφυτη διαταραχή ορισμένων τμημάτων του εγκεφάλου, τμήματα που αποτελούν το άμεσο ανατομικοφυσιολογικό υπόστρωμα της κατάλληλης ηλικιακής ωρίμανσης των μαθηματικών ικανοτήτων- χωρίς να υπάρχει μια ταυτόχρονη διαταραχή των γενικών νοητικών λειτουργιών".( Miles, 1992).

Ο ίδιος ερευνητής υποστήριξε ότι η δυσαριθμησία συναντάται σε ποσοστό 6% στο γενικό μαθητικό πληθυσμό (Αγαλιώτης, 2009). Ενώ η λέξη δυσαριθμησία, κυριολεκτικά σημαίνει δυσκολία με τους αριθμητικούς υπολογισμούς,ο Kosc δίνει έναν ορισμό, που σαφώς αναφέρεται σε προβλήματα των μαθηματικών δεξιοτήτων, δηλαδή σε έναν ευρύτερο τομέα από αυτόν των αριθμητικών υπολογισμών. Αυτό αποτελεί το πρώτο σημαντικό στοιχείο στον ορισμό που παραθέτει ο Kosc. Το δεύτερο στοιχείο είναι σχετικό με την προέλευση της δυσαριθμησίας, που σύμφωνα με τον Kosc οφείλεται σε οργανικούς παράγοντες. Γίνεται διάκριση ανάμεσα στους όρους αναπτυξιακή δυσαριθμησία και επίκτητη δυσαριθμησία. Με την πρώτη αναφερόμαστε σε άτομα σχολικής ηλικίας (μαθητές) που για πρώτη φορά έρχονται σε επαφή και αποκτούν μαθηματικές γνώσεις και δεξιότητες. Η δεύτερη αφορά άτομα που έχουν μάθεI Μαθηματικά, αλλά αργότερα, κατά την παιδική ή εφηβική ή πιο συχνά κατά την ενήλικη ζωή χάνουν αυτή την ικανότητά τους και αυτό οφείλεται σε κάποια επίκτητη διαταραχή που συνδέεται με κάποια βλάβη στον εγκέφαλο. Ο όρος αναπτυξιακή σημαίνει απλώς ότι το παιδί δεν αποκτά εύκολα μαθηματικές γνώσεις και δεξιότητες και το πρόβλημα συνδέεται με την ποιότητα της αρχικής του μάθησης. Ο όρος αυτός σημαίνει ακόμη, ότι το σύνδρομο της δυσαριθμησίας είναι μία μαθηματική διαταραχή γνωστικού χαρακτήρα, που παρατηρείται κατά την περίοδο της ανάπτυξης του ατόμου. Σημαίνει, επιπλέον, ότι οι επιδόσεις του παιδιού στα Μαθηματικά υπολείπονται κατά πολύ του νοητικού του δυναμικού. Ο Όρος δυσαριθμησία ή dyscalculia έχει καθιερωθεί στην ελληνική και στη διεθνή βιβλιογραφία γιατί απεικονίζει με συνοπτικό και απλό τρόπο τις σοβαρές μαθησιακές δυσκολίες του παιδιού στα Μαθηματικά..

2. Χαρακτηριστικά των παιδιών με αναπτυξιακή δυσαριθμησία
Η δυσαριθμησία μερικές φορές αναφέρεται σαν αριθμητική τύφλωση. Είναι το όνομα το οποίο δίνουμε στην κατάσταση η οποία προσβάλει την ικανότητά μας να αποκτήσουμε αριθμητικές δεξιότητες (Butterworth, 2003). Το πιο ευρέως αποδεκτό χαρακτηριστικό των παιδιών με δυσαριθμησία είναι η δυσκολία στην μάθηση και στην
ανάκτηση αριθμητικών δεδομένων. Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η δυσκολία στην εκτέλεση υπολογιστών διαδικασιών, με ανώριμες στρατηγικές επίλυσης προβλημάτων, μεγάλο χρόνο επίλυσης και υψηλά ποσοστά λάθους . Ο Temple κάνοντας περιπτωσιακές μελέτες έδειξε ότι η ανάκτηση δεδομένων και οι διαδικαστικές δυσκολίες είναι άσχετες με τη δυσαριθμησία. Εντούτοις, οι περιπτωσιολογικές μελέτες, παρέχοντας σημαντικές θεωρητικές πληροφορίες για τις γνωστικές δομές, δεν είναι απαραιτήτως αντιπροσωπευτικές για την πλειοψηφία των δυσαριθμητικών παιδιών: τέτοιες διαταραχές μπορεί να είναι σπάνιες (Butterworth, 2003). Η πρώτη αναλυτική περιγραφή του φαινομένου της δυσαριθμησίας έγινε από τους Johnson και Myklebust. Οι γενικές ικανότητες και ελλείψεις που συνήθως παρουσιάζουν τα παιδιά με δυσαριθμησία είναι οι εξής :

Ελαττωματική οπτικο-χωρική αντίληψη και οργάνωση

Καλές ακουστικές ικανότητες και πρώιμη ομιλία.

Υψηλό αναγνωστικό επίπεδο, με την έννοια της αποκωδικοποίησης των γραπτών συμβόλων, αλλά συνήθως με περιορισμένη κατανόηση του κειμένου.

Διαταραγμένη εικόνα σώματος.

Δυσκολίες στον οπτικο-κινητικό συντονισμό, που μπορεί να φτάνει μέχρι τη δυσγραφία.

Έλλειψη κοινωνικής ενσυναισθησίας, δηλαδή σωστά αναπτυγμένης ικανότητας για εκτίμηση κοινωνικών καταστάσεων και αντίληψη των συναισθημάτων των άλλων.

Υψηλότερες επιδόσεις στα λεκτικά παρά στα μη λεκτικά μέρη των δοκιμασιών.

Όσον αφορά τις καθαρά μαθηματικές δεξιότητες, τα παιδιά με δυσαριθμησία παρουσιάζουν σοβαρές δυσκολίες στους παρακάτω τομείς σε διάφορους βαθμούς:

Στο σχηματισμό ενός προς ένα αντιστοιχίσεων.

Στη σύνδεση των συμβόλων των αριθμών με τις ποσότητες που αντιπροσωπεύουν.

Στη σύνδεση των ακουστικών και οπτικών συμβόλων των αριθμών.

Στην κατανόηση της τακτικής και της απόλυτης διάστασης των αριθμών.

Στην κατανόηση των σχέσεων μέρους-όλου.

Στην κατάκτηση της έννοιας της διατήρησης της ποσότητας.

Στην εκτέλεση των πράξεων.

Στην κατανόηση και διάκριση των συμβόλων των πράξεων.

Στην κατανόηση της σημασίας της συγκεκριμένης θέσης και ακολουθίας των αριθμητικών ψηφίων στο χώρο (θεσιακή αξία).

Στη συγκράτηση και χρήση των αλγορίθμων.

Στις μετρήσεις μεγεθών, ποσοτήτων, όγκων.

Στην ανάγνωση χαρτών και γραφικών παραστάσεων.

Στην εκπόνηση σωστών σχεδίων για την επίλυση προβλημάτων.

Στο θέμα της δυσαριθμησίας έχουν αναφερθεί κατά καιρούς και άλλοι ερευνητές, όπως οι P. Spiers (1987), R. Shalev, R. Weirtman & N.Amir 91988), H. Grissemann & A. Weber (1990) , C. Mercer (1992) , R. Shalev & V. Grosstsur (1993). Το 1997 ο R. Newman, συνοψίζοντας και ομαδοποιώντας τα ευρήματα διαφόρων ερευνών με θέμα τα χαρακτηριστικά των παιδιών με δυσαριθμησία, κατέληξε στην παρακάτω εικόνα:

Κανονική ή και πάνω από το μέσο όρο γλωσσική ανάπτυξη, καλή οπτική μνήμη γραπτών λέξεων, πιθανή ποιητική ικανότητα, ικανοποιητική επίδοση σε σχολικά αντικείμενα που δεν απαιτούν υψηλές μαθηματικές ικανότητες.

Δυσκολίες με τις έννοιες και τις δεξιότητες του χρόνου και του προσανατολισμού, που ίσως οδηγούν σε μόνιμη ασυνέπεια σε ραντεβού και κοινωνικές
εκδηλώσεις. Δυσκολίες με την ανάκληση χρονοδιαγραμμάτων και γεγονότων με συγκεκριμένη ακολουθία.

Αδυναμίες στη μνήμη προσώπων. Λάθη στην ανάκληση ονομάτων και σύγχυση ονομάτων που αρχίζουν με το ίδιο γράμμα.

Ιδιαίτερες δυσκολίες με τον οικονομικό προγραμματισμό και τη χρήση των χρημάτων, που μπορεί να οδηγούν σε σημαντικά λάθη στις οικονομικές συναλλαγές (πληρωμές, ρέστα, φόροι, φιλοδωρήματα)

Παραλείψεις, προσθέσεις, αντιμεταθέσεις, αντικαταστάσεις κατά τη γραφή και την ανάγνωση των αριθμών.

Αντιφατικά αποτελέσματα στις τέσσερις αριθμητικές πράξεις. Φτωχή ικανότητα νοερής εκτέλεσης πράξεων.

Αδυναμία κατανόησης και ανάκλησης μαθηματικών εννοιών, κανόνων, τύπων, αλγορίθμων. Μεγάλη δυσκολία στην απομνημόνευση βασικών αριθμητικών δεδομένων (η επίδοση από μέρα σε μέρα ποικίλλει).

Δυσκολίες στο σχηματισμό εσωτερικής νοητικής αναπαράστασης αναλογικών ρολογιών, τοποθεσιών, χαρτών, διαρρύθμισης εσωτερικών χώρων, με συνήθη αποτελέσματα την απώλεια αντικειμένων ή του προσανατολισμού και την «αφηρημάδα».

Πιθανές δυσκολίες στην κατανόηση εννοιών της μουσικής, στην ανάγνωση μουσικού κειμένου και στην εκμάθηση των κινήσεων για το παίξιμο μουσικού
οργάνου.

Πιθανές δυσκολίες στο μυοκινητικό συντονισμό, με αποτέλεσμα χαμηλή επίδοση σε δραστηριότητες όπως ο αθλητισμός ή ο χορός.

Δυσκολίες στην παρακολούθηση και πολύ περισσότερο στην καταγραφή της διακύμανσης του αποτελέσματος σε αθλητικές δραστηριότητες και παιχνίδια. Όταν συμμετέχει σε παιχνίδι, χάνει συχνά τη σειρά του/της και δεν μπορεί να αναπτύξει στρατηγικό σχεδιασμό για την επίτευξη συγκεκριμένου στόχου, όπως απαιτείται για παράδειγμα στο σκάκι. (Αγαλιώτης, 2009)
3. Νευροψυχολογική προσέγγιση – Υποτύποι
Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό τη μαθηματική επίδοση είναι αναμφισβήτητα το νευροψυχολογικό υπόβαθρο της μαθηματικής γνώσης.
Το αριστερό εγκεφαλικό ημισφαίριο στα πλαίσια των μαθηματικών είναι υπεύθυνο για την αρίθμηση, για την αναγνώριση των συμβόλων των αριθμών και των πράξεων, για τη συγκράτηση σειράς αριθμητικών δεδομένων, για την εφαρμογή του αλγορίθμου των πράξεων, για τη λογική ανάλυση και γενικά για τις δραστηριότητες που δομούνται τμηματικά και ιεραρχικά. Τυχόν βλάβες και δυσλειτουργίες του αριστερού ημισφαιρίου μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, διαταραχές στην εκτέλεση των πράξεων, δυσκολίες στη συγκράτηση και ανάκληση των βασικών αριθμητικών δεδομένων και προβλήματα στην κατανόηση της έννοιας του αριθμού. Το δεξί εγκεφαλικό ημισφαίριο στα πλαίσια των μαθηματικών έχει πολύ περιορισμένες αριθμητικές δυνατότητες, υπερέχει όμως στην εκτίμηση του χώρου, στη σύγκριση σύνθετων γεωμετρικών σχημάτων, στην ερμηνεία γραφημάτων και άλλου παραστατικού υλικού, στη συγκράτηση της πρακτικής εφαρμογής των εννοιών, καθώς και στην αδρομερή εκτίμηση της ακρίβειας των αποτελεσμάτων των πράξεων και κυρίως των προβλημάτων. Τυχόν βλάβες ή δυσλειτουργίες του δεξιού ημισφαιρίου μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, τη δυσκολία στην κατανόηση της έννοιας της θεσιακής αξίας και τις δυσχέρειες στην κατάκτηση της έννοιας του «κρατούμενου» και του δανεισμού. Ανάλογα με τον τρόπος σκέψης που χρησιμοποιούν όταν ασχολούνται με τα Μαθηματικά οι άνθρωποι μπορούν να διακριθούν σε δύο κατηγορίες: αυτοί που κατά κύριο λόγο εφαρμόζουν στρατηγικές του αριστερού ημισφαιρίου και σε αυτούς που χρησιμοποιούν περισσότερο τις διαδικασίες του δεξιού. Όσοι ανήκουν στην πρώτη ομάδα είναι καλοί σε δραστηριότητες όπως η μέτρηση, η πρόσθεση και ο πολλαπλασιασμός και όταν τους δίνεται ένα λεκτικό μαθηματικό πρόβλημα προσπαθούν να προσδιορίσουν την κατηγορία στην οποία ανήκει και να το λύσουν με βάση τις συνταγές και τεχνικές που ήδη γνωρίζουν. Αντίθετα όσοι ανήκουν στη δεύτερη ομάδα είναι καλοί στην αναγνώριση χωρικών και συμβολικών προτύπων, λειτουργούν καλύτερα στη γεωμετρία παρά στην αριθμητική και είναι πιο δημιουργικοί στην επίλυση προβλημάτων, ειδικά συγκεκριμένων προβλημάτων της καθημερινής ζωής. Όσο αφορά στην επίσημη εκπαίδευση μπορεί να υποστηριχτεί ότι οι στρατηγικές του δεξιού ημισφαιρίου δεν τυχαίνουν της προσοχής και της υποστήριξης που τους αρμόζει από τα περισσότερα από τα υπάρχοντα Προγράμματα σπουδών μαθηματικής εκπαίδευσης, όπου κυριαρχούν οι αναλυτικές στρατηγικές του αριστερού ημισφαιρίου. Το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα της χαμηλές επιδόσεις του γενικού μαθητικού πληθυσμού σε δραστηριότητες που απαιτούν συνθετικούς τρόπους σκέψης και συνολική εκτίμηση των γεγονότων, όπως π.χ. η επίλυση προβλημάτων (Αγαλιώτης, 2009). Τα διαφορετικά είδη δυσκολιών στη μάθηση του χειρισμού των αριθμών και στην πρόσκτηση των αριθμητικών εννοιών στα παιδιά έχουν παρατηρηθεί και μελετηθεί από αρκετούς ερευνητές (Geary, 1994 Kosc, 1974 Rourke, 1989 Temple, 1997). Έχουν περιγράψει υποτύπους της αναπτυξιακής δυσαριθμησίας και έχουν επιχειρήσει να συσχετίσουν αυτές τις ειδικές γνωστικές διαταραχές με δυσλειτουργίες ωρίμανσης(αναπτυξιακές δυσλειτουργίες) ξεχωριστών στοιχείων ή συγκεκριμένων περιοχών του αναπτυσσόμενου νου.

www.kids-center.gr
ΣΧΟΙΝΑ ΛΙΑΝΑ
ΨΥΧΟΛΟΓΟΣ

Read more...

Η Γνώση Γραφής και Ανάγνωσης και η Σχολική Εκπαίδευση

Επί αιώνες, η παράδοση του εγγραμματισμού και της εκπαίδευσης στη Δύση περιοριζόταν κυρίως στα παιδιά των εκλεκτών ολίγων. Χρειάστηκε να φτάσουμε στο 19ο αιώνα για ν' αρχίσουν τα κράτη, ανταποκρινόμενα στη Βιομηχανική Επανάσταση, να θεσμοθετούν την υποχρεωτική εκπαίδευση και ν' αγωνίζονται για τον αλφαβητισμό των μαζών. Η εξάπλωση της σχολικής εκπαίδευσης τους τελευταίους δύο αιώνες δημιούργησε μια ξεχωριστή σειρά κοινωνικών προβλημάτων, με σημαντικές συνέπειες για την ανάπτυξη των παιδιών. Πριν από διακόσια χρόνια, όταν τα προγράμματα αλφαβητισμού των μαζών βρίσκονταν ακόμη στα σπάργανα, υπήρχαν δύο είδη εκπαίδευσης. Η «ανώτερη εκπαίδευση», η οποία απευθυνόταν στους λίγους εκλεκτούς και περιλάμβανε κάποια γνώση της κλασικής λογοτεχνίας και βασικά στοιχεία γεωμετρίας και άλγεβρας. Προσλάμβαναν ένα δάσκαλο, για να φροντίσει ν' αποκτήσουν τα παιδιά των πλουσίων ένα βαθμό μάθησης ανάλογο με την κοινωνική τους θέση. Αυτά τα παιδιά είχαν αποκλειστική προσοχή και όλες τις εξηγήσεις που μπορούσε να τους παρέχει ο δάσκαλος. Η «μαζική εκπαίδευση», που απευθυνόταν στη μεγάλη πλειοψηφία των παιδιών, ήταν εντελώς διαφορετική. Τους έδινε τη δυνατότητα να απαγγέλουν αποσπάσματα από ένα θρησκευτικό κείμενο, όπως η βίβλος ή το Κοράνι, να γράφουν απλά μηνύματα και να κάνουν απλούς υπολογισμούς. Η διδασκαλία των μαζών δεν στόχευε να τους παρέχει μια γενική μόρφωση, όπως αντιλαμβανόμαστε σήμερα τον όρο. Όταν οι δάσκαλοι είχαν απέναντί τους είκοσι, σαράντα ή περισσότερους μαθητές αντί για έναν ή δύο, η διδασκαλία βασιζόταν κυρίως στην άσκηση και στην πρακτική σε συνδυασμό με την προφορική μίμηση αυτών που έλεγε ο δάσκαλος. Σήμερα, πολλές κοινωνίες αναμένουν απ' όλα τα παιδιά να φτάσουν σε ένα επίπεδο εκπαίδευσης που κάποτε προοριζόταν μόνο για τους ολίγους, αλλά αναμένεται επίσης να μορφώνονται σε μεγάλες τάξεις όπου δέχονται λίγη, αν όχι καθόλου, ατομική προσοχή. Ακόμη και αυτή η σύντομη ιστορική αναδρομή υποδεικνύει δύο λόγους για τους οποίους το έργο των σύγχρονων παιδιών είναι πολύ πιο δύσκολο από το έργο των αρχαίων προκατόχων τους στη Μέση Ανατολή ή των παιδιών των πλουσίων, τον προηγούμενο αιώνα. Πρώτον, από τότε που εμφανίστηκε ο εγγραμματισμός, εδώ και 6000 χρόνια, οι επιστημονικές και τεχνολογικές γνώσεις αυξήθηκαν γρήγορα προσθέτοντας πολλά στα μαθήματα που απαιτείται να μάθουν τα παιδιά ως «βασικά». Δεύτερον, η κοινωνική οργάνωση της διδασκαλίας δεν κατάφερε να συμβαδίσει με την εντυπωσιακή αύξηση του όγκου των γνώσεων που αναμένονται ν' αποκτήσουν τα παιδιά. Σε πολύ μεγάλο βαθμό, οι δάσκαλοι και τα παιδιά στη σύγχρονη εποχή καλούνται να πραγματοποιήσουν πολύ περισσότερα με λιγότερα μέσα.

Read more...

Η «ετεροσεξιστική» καταπίεση και η παραδοσιακή κυρίαρχη ψυχολογία

Η καταπίεση των ομοφυλοφίλων αγγίζει σχεδόν κάθε πτυχή της ζωής τους. Μια ολοκληρωμένη ανασκόπηση των περιστατικών βίας με θύματα ομοφυλόφιλα άτομα στις ΗΠΑ διαπίστωσε ότι ποσοστό 92% έγινε στόχος «αντι-ομοφυλοφιλικών» λεκτικών επιθέσεων και απειλών, ενώ ποσοστό 24% δέχτηκε σωματική επίθεση. Ακόμη, το 75% και πλέον των χιλιάδων γυναικών και ανδρών από τις ίδιες μελέτες θεωρούσε ότι θα αποτελέσει στόχο μελλοντικής παρενόχλησης λόγω της σεξουαλικής τους ταυτότητας. Οι οικογένειες καταγωγής συχνά αρνούνται να αποδεχτούν ένα ομοφυλόφιλο μέλος τους. Στον εργασιακό χώρο οι ομοφυλόφιλοι συχνά υφίστανται διάφορες κυρώσεις ή στερούνται το δικαίωμα παροχής ορισμένων υπηρεσιών: συνταξιοδοτικές διατάξεις και επιδόματα επανεγκατάστασης που εξαιρούν τον ομόφυλο σύντροφο, άρνηση παροχής φροντίδας των παιδιών, άρνηση εισόδου του ομόφυλου συντρόφου σε αθλητικές εγκαταστάσεις ή σε χώρους αναψυχής, προσδιορισμός αδειών «πατρότητας» που εξαιρούν τις ομοφυλόφιλες «συν- μητέρες», και ειδικές άδειες που περιορίζονται στο ή στη σύζυγο και στους εξ αίματος συγγενείς του εργαζομένου. Οι υπηρεσίες υγείας καθώς και σχεδόν όλοι οι σημαντικοί κοινωνικοί θεσμοί όπως η αστυνομία και το εκπαιδευτικό σύστημα χαρακτηρίζονται από μια εδραιωμένη «ετεροσεξιστική» συμπεριφορά εις βάρος των ομοφυλόφιλων. Κοινός τόπος είναι και η καταπίεση των ομοφυλόφιλων από το νομικό σύστημα. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, για παράδειγμα, το Άρθρο 28 του Νόμου περί Τοπικής Αυτοδιοίκησης απαγορεύει την «προώθηση» του ομοφυλοφιλικού τρόπου ζωής. Τέλος, είναι γενικά γνωστή η ενεργός προσπάθεια απομάκρυνσης της σχετικής λογοτεχνίας από τα ράφια των δημόσιων βιβλιοθηκών, καθώς και η απόλυση των καθηγητών που έχουν δηλώσει ανοιχτά τον ομοφυλοφιλικό τους προσανατολισμό. Έτσι δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι οι περισσότεροι ομοφυλόφιλοι αποκρύπτουν τη σεξουαλική τους προτίμηση από τις οικογένειες τους, τους συναδέλφους τους στην εργασία και από την κοινωνία γενικότερα. Ακόμη και όσοι δηλώνουν «ανοιχτά» την ομοφυλοφιλία τους, και διακινδυνεύουν να συμμετάσχουν σε έρευνες, συνήθως καταβάλλουν μεγάλη προσπάθεια να κρύψουν τη σεξουαλική τους προτίμηση στους άλλους τομείς της ζωής τους. Αυτοί αναφέρουν διάφορα τεχνάσματα: συστήνουν τους συντρόφους τους ως «φίλους» , αποφεύγουν συζητήσεις για προσωπικά θέματα και επινοούν (συχνά μάλιστα αποκτούν) μνηστήρα/μνηστή ή σύζυγο. Κατά παράδοση, το κυρίαρχο ερευνητικό ρεύμα για τη γυναικεία και την ανδρική ομοφυλοφιλία χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει αυτή την καταπίεση. Από τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, οπότε πρωτοξεκίνησε η έρευνα για την ομοφυλοφιλία έως τα μέσα της δεκαετίας του 1970, το 70% περίπου των αντίστοιχων ψυχολογικών ερευνών ήταν αφιερωμένο σε τρία ερωτήματα: «Είναι οι ομοφυλόφιλοι άρρωστοι;», «Πώς μπορεί να διαγνωστεί η ομοφυλοφιλία;» και «Τι προκαλεί την ομοφυλοφιλία;». Ο μεγαλύτερος όγκος αυτών των πρώιμων σεξολογικών, ψυχολογικών, ψυχιατρικών και κυρίως ψυχαναλυτικών κειμένων υποστήριζε ότι η ομοφυλοφιλία είναι παθολογική, άποψη η οποία εκφράζεται ακόμη από μερικούς επαγγελματίες ψυχικής υγείας. Σε ένα βιβλίο που εκδόθηκε το 1980, και το οποίο φέρει τον τίτλο Overcoming Homosexuality, ένας κλινικός ψυχολόγος προωθεί ένα επιχείρημα το οποίο επικαλούνται ακόμη και σήμερα μερικοί συνάδελφοί του: Η ομοφυλοφιλία αποτελεί σύμπτωμα νεύρωσης και σοβαρής διαταραχής της προσωπικότητας. Είναι μια φυσική συνέπεια βαθιά ριζωμένων συναισθηματικών αποστερήσεων και αναταραχών, η προέλευση των οποίων εντοπίζεται στην παιδική ηλικία. Εκδηλώνεται συχνότατα με ψυχαναγκαστική καταστροφική συμπεριφορά, η οποία είναι πλήρως αντίθετη προς την πληρότητα και την ευτυχία. Πίσω από τη «χαρούμενη» εξωτερική εμφάνιση του ομοφυλόφιλου ατόμου βρίσκονται ο πόνος και η οργή που ακρωτηρίασαν την ικανότητά τους για αληθινή ωρίμανση, υγιή ανάπτυξη και αγάπη. Σύμφωνα με την ψυχαναλύτρια Elisabeth Moberly, οι ομοφυλόφιλες γυναίκες υποφέρουν από «μια κατάσταση μη πληρότητας», η οποία όντως «υποδηλοί παθολογία» και θεωρούνται ότι επιδεικνύουν «παιδικότητα, αυξημένες εξαρτητικές ανάγκες, ζήλια και κτητικότητα, μια αίσθηση κατωτερότητας και κατάθλιψη». Τα κύρια ινστιτούτα ψυχαναλυτικής εκπαίδευσης στην Αγγλία έχουν επικριθεί σε μεγάλο βαθμό για τις απόψεις που εκφράζουν αναφορικά με την ομοφυλοφιλία. Το 1995 ο Σύνδεσμος για την ψυχαναλυτική Ψυχοθεραπεία στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, ένας από τους πλέον εξέχοντες οργανισμούς της Μεγάλης Βρετανίας, προσκάλεσε ως ομιλητή το Βορειοαμερικανό ψυχαναλυτή Charles Socarides, ο οποίος εκφράζει την άποψη ότι οι ομοφυλόφιλοι είναι άρρωστοι και ωθούνται ψυχαναγκαστικά από τις αφύσικες ενορμήσεις τους σε ψυχοπαθολογικές μορφές σεξουαλικής συμπεριφοράς. Ο ίδιος έχει επίσης δηλώσει ότι η ομοφυλοφιλία συνιστά μια μορφή «παρέκκλισης» και «μια αναθεώρηση του βασικού κώδικα και έννοιας της ζωής και της βιολογίας». Προτείνει μάλιστα θεραπείες μεταστροφής για την «ίαση» των ομοφυλοφίλων και την αλλαγή τους σε ετεροφυλοφίλους. Έως και πριν από δεκαπέντε περίπου χρόνια, οι θεραπευτικές τεχνικές που αποσκοπούσαν να μετατρέψουν τους ομοφυλόφιλους σε ετεροφυλόφιλους (οι λεγόμενες «θεραπείες μεταστροφής») αποτελούσαν κοινό τόπο: δύο σχετικά πρόσφατες απόπειρες «ίασης» ήταν η ψυχοχειρουργική σε δυο ομοφυλόφιλους άνδρες και η υπνοθεραπεία σε μια νεαρή ομοφυλόφιλη γυναίκα.

Read more...

Δρεπανοκυταρική Αναιμία

Σε ορισμένα περιβάλλοντα, μερικές μεταλλάξεις είναι επωφελείς για τους ανθρώπους που είναι ετερόζυγοι σε αυτές. Το δρεπανοκυτταρικό γονίδιο είναι μια τέτοια περίπτωση. Οι άνθρωποι που κληρονομούν το γονίδιο αυτό και από τους δύο γονείς- και είναι, επομένως, ομόζυγοι προς αυτό-υποφέρουν από δρεπανοκυτταρική αναιμία, μια σοβαρή ανωμαλία των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Τα φυσιολογικά ερυθρά αιμοσφαίρια είναι στρογγυλά. Στα άτομα που πάσχουν από δρεπανοκυτταρική αναιμία, όμως, όταν η παροχή οξυγόνου μειώνεται, όπως, π.χ., στο μεγάλο υψόμετρο ή στη διάρκεια επίμονης άσκησης, τα κύτταρα αυτά αποκτούν σχήμα δρεπανιού. Αυτά τα ανώμαλα αιμοσφαίρια τείνουν να συσσωρεύονται και να φράζουν τα μικρότερα αιμοφόρα αγγεία. Επειδή η δρεπανοκυτταρική αναιμία εμποδίζει την κυκλοφορία του αίματος, τα άτομα που υποφέρουν από αυτήν νιώθουν έντονους πόνους στην κοιλιά, στην πλάτη, στο κεφάλι και στα άκρα. Η ασθένεια προκαλεί διόγκωση της καρδιάς και στερεί το αίμα από τα εγκεφαλικά κύτταρα. Τα παραμορφωμένα αιμοσφαίρια διαρρήγνυνται εύκολα και αυτό μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή αναιμία ή ακόμη και πρόωρο θάνατο. Υπολογίζεται ότι 80.000 μαύροι της Αμερικής υποφέρουν από δρεπανοκυτταρική αναιμία. Οι άνθρωποι που είναι ετερόζυγοι ως προς το δρεπανοκυτταρικό γονίδιο έχουν κληρονομήσει το χαρακτηριστικό από τον ένα μόνο γονιό και, συνήθως, δεν υποφέρουν από τα σοβαρά συμπτώματα που συνοδεύουν τη δρεπανοκυτταρική αναιμία. Αν και μπορεί να έχουν μερικά κυκλοφορικά προβλήματα (το 40% των ερυθρών αιμοσφαιρίων τους μπορεί να αποκτήσει το σχήμα δρεπανιού όταν μειώνεται η παροχή οξυγόνου στο αίμα), δεν κινδυνεύουν να πεθάνουν από το χαρακτηριστικό αυτό, όπως κινδυνεύουν τα ομόζυγα άτομα. Επειδή πολλοί άνθρωποι που υποφέρουν από δρεπανοκυτταρική αναιμία πεθαίνουν προτού τεκνοποιήσουν, θα περίμενε κανείς ότι η μετάλλαξη αυτή, τελικά, θα εκλείψει. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου ο επιπολασμός του χαρακτηριστικού μεταξύ των μαύρων είναι 8 έως 9 τοις εκατό. Στη Δυτική Αφρική όμως, την περιοχή απ' όπου κατάγονται οι περισσότεροι πρόγονοι των μαύρων της Αμερικής, ο επιπολασμός του δρεπανοκυτταρικού χαρακτηριστικού είναι μεγαλύτερος από 20%. Για μεγάλο διάστημα, το γεγονός αυτό έκανε τους επιστήμονες να απορούν. Αργότερα, οι ερευνητές παρατήρησαν ότι στις περιοχές όπου το δρεπανοκυτταρικό χαρακτηριστικό ήταν πιο κοινό υπήρχε επίσης υψηλός επιπολασμός ελονοσίας και άρχισαν να αναρωτιούνται μήπως η συνύπαρξη αυτή ήταν μόνο συμπτωματική. Η σχέση ανάμεσα στο δρεπανοκυτταρικό γονίδιο και την ελονοσία εντοπίστηκε το 1954 από τον A.C. Alison του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, στην Αγγλία. Οι μελέτες του Alison έδειξαν ότι οι ετερόζυγοι φορείς του γονιδίου είναι ιδιαίτερα ανθεκτικοί στο παράσιτο της ελονοσίας. Έτσι, σε περιοχές που μαστίζονται από ελονοσία, όπως η ακτή της Δυτικής Αφρικής, οι άνθρωποι που δεν έχουν το δρεπανοκυτταρικό γονίδιο βρίσκονται σε μειονεκτική θέση γιατί έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να υποφέρουν από ελονοσία, η οποία είναι θανατηφόρος. Λόγω του επιλεκτικού πλεονεκτήματος που προσφέρει το δρεπανοκυτταρικό γονίδιο, διατηρείται η υψηλή του συχνότητα στο πληθυσμό αυτόν, παρ' όλες τις απώλειες που προκαλούνται από τον πρόωρο θάνατο των ομόζυγων φορέων. Οι έρευνες του Dr Samuel Charache και των συνεργατών του προσέφεραν την πρώτη θεραπεία της δρεπανοκυτταρικής αναιμίας. Βρήκαν ότι η τοξική ουσία υδροξυουρία μειώνει τον αριθμό των κρίσεων άλγους και άλλων συμπτωμάτων κατά 50%. Παρ' όλα αυτά, οι ασθενείς πρέπει να παίρνουν το φάρμακο κάθε μέρα και οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της καθημερινής χορήγησης δεν είναι ακόμη γνωστές. Χρειάζεται ακόμη πολλή δουλειά για να βελτιωθεί η αντιμετώπιση αυτής της γενετικά συνδεδεμένης ασθένειας και, ίσως κάποια μέρα, επιτευχθεί η θεραπεία ή και η εξάλειψή της.

Read more...

Διαταραχές Μυοσπασμάτων

Ο ΆΓΓΕΛΟΣ είναι ένα αγόρι 11 ετών με υπερκινητικότητα και έντονη διάσπαση προσοχής. Είναι ιδιαίτερα ψηλός για την ηλικία του και υπερβολικά αδύνατος. Η νοημοσύνη του είναι ανώτερη του μέσου όρου και δεν αντιμετωπίζει μαθησιακές δυσκολίες. Οι σημαντικότερες δυσκολίες που συναντά εντοπίζονται στις διαπροσωπικές του σχέσεις και ιδιαίτερα στις σχέσεις του με τα άλλα παιδιά, τα οποία συχνά τον κοροϊδεύουν και δεν τον θέλουν στις παρέες τους. Για το λόγο αυτόν, πολλές φορές γίνεται επιθετικός ή επιλέγει να απομονώνεται και να διαβάζει. Ο Άγγελος έχει πολύ χαμηλή αυτοεκτίμηση και συνήθως προσπαθεί να προσελκύσει την προσοχή των άλλων με διάφορα «κατορθώματα», όπως τις ζωγραφιές του ή τις αυτοσχέδιες κατασκευές παράξενων αντικειμένων, τα οποία επιδεικνύει με ιδιαίτερη υπερηφάνεια. Ο Άγγελος δυσκολεύεται πολύ να παραμείνει καθιστός για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ η προσοχή του διασπάται τόσο εύκολα που δεν καταφέρνει να διατηρήσει το διάλογο, και να απαντά σε αυτό που τον ρωτάνε. Αφαιρείτε συχνά και έχει τάση να ξεφεύγει από το θέμα της συζήτησης. Αν αναγκαστεί να περιορίσει την κινητικότητά το και να συγκεντρώσει την προσοχή του σε θέματα που δεν τον ενδιαφέρουν, ο Άγγελος εκδηλώνει πολύ έντονα τικ με τη μορφή αιφνίδιων συσπάσεων του προσώπου. Ανοιγοκλείνει συνεχώς τα βλέφαρα και ζαρώνει τη μύτη του, κάνοντας ταυτόχρονα διάφορους θορύβους. Ο Άγγελος δικαιολογείται γι΄αυτά τα τικ λέγοντας ότι έχει ξηροφθαλμία και κρεατάκια. Όταν όμως νιώσει άνετα και ενδιαφέρεται για τη δραστηριότητά που του προτείνεται, τότε τα τικ σχεδόν εξαφανίζονται και ο Άγγελος μπορεί να συγκεντρωθεί πολύ ικανοποιητικά.
Τα ΤΙΚ συνήθως εμφανίζονται για πρώτη φορά ανάμεσα στο 2ο και 14ο έτος της ηλικίας, ενώ η συνηθέστερη περίοδος πρώτης εμφάνισης είναι μεταξύ 5-7 ετών. Επίσης, όταν οι διαταραχές μυοσπασμάτων συνυπάρχουν με τη ΔΕΠ-Υ, τα συμπτώματα της ΔΕΠ-Υ συνήθως προηγούνται των τικ μέχρι και 3 χρόνια. Τα πρώτα τικ είναι συνήθως απλές συσπάσεις του προσώπου που επικεντρώνονται κυρίως στην περιοχή γύρω από τα μάτια. Όσον αφορά τα φωνητικά τικ, τα πρώτα συμπτώματα συνήθως εκδηλώνονται ως επαναλαμβανόμενο καθάρισμα του λαιμού ή βήχας.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτά τα απλά τικ σταδιακά εξελίσσονται σε πιο πολύπλοκες μορφές τικ. Ιδιαίτερα μάλιστα στην περίπτωση της διαταραχές Tourette, πολύ σπάνια εκδηλώνεται από την αρχή η πλήρης συμπτωματολογία. Επιπλέον, η ύπαρξη σύνθετων φωνητικών τικ, όπως η κοπρολαλία, χωρίς να έχουν προηγηθεί απλούστερες μορφές φωνητικών ή κινητικών τικ, είναι σπάνιο φαινόμενο.
Τα πρώτα τικ που εμφανίζονται στα πλαίσια διαταραχής Tourette μπορεί να είναι παροδικά και να διαρκέσουν μόνο για λίγες εβδομάδες πριν εξασθενίσουν προσωρινά. Με το πέρασμα του χρόνου όμως, τα συμπτώματα αυτά επανέρχονται με μεγαλύτερη συχνότητα. Το 69% των ατόμων με τη διαταραχή Tourette αναπτύσσει τελικά σύνθετες μορφές τικ, οι οποίες συνήθως περιλαμβάνουν απότομες κινήσεις των χεριών ή συσπάσεις του στομάχου. Συχνά αναπτύσσονται συνήθειες όπως η ανάγκη του ατόμου να αγγίζει αντικείμενα ή άλλους ανθρώπους. Σπανιότερα, αυτές οι μεταγενέστερες μορφές τικ μπορεί να περιλαμβάνουν αυτοκαταστροφικές μορφές συμπεριφοράς, όπως χτύπημα του κεφαλιού, δάγκωμα των χειλιών ή της γλώσσας, τσίμπημα των μάγουλων, και άλλες παρόμοιες μορφές συμπεριφοράς που μπορεί να οδηγήσουν ακόμα και στον αυτοτραυματισμό.

Ορισμένα παιδιά είναι σε θέση να περιγράψουν ενοχλήσεις που προηγούνται της εκδήλωσης ενός τικ. Αυτές οι σωματικές ενοχλήσεις εμφανίζονται μετά την ηλικία των 9-10 ετών. Δεν αποκλείεται βέβαια αυτές οι ενοχλήσεις να είναι παρούσες και σε μικρότερη ηλικία αλλά να μην είναι σε θέση το παιδί να τις εντοπίσει και να τις περιγράψει. Σύμφωνα με τον Scahill και τους συνεργάτες του, η αύξηση των ενοχλήσεων αυτών με το πέρασμα του χρόνου οφείλεται εν μέρει στις επανειλημμένες προσπάθειες του παιδιού να κατανοήσει, να προβλέψει και να αποτρέψει την εκδήλωση των τικ.
Κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας υπάρχουν συνήθως διακυμάνσεις στη συχνότητα και την ένταση των τικ, με περιόδους ύφεσης και περιόδους κρίσεων, ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στη ζωή του ατόμου και τον τρόπο που διαμορφώνεται οι αντιδράσεις των άλλων απέναντί σου. Σε πολλές περιπτώσεις, τα συμπτώματα αυτά εξασθενούν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό προς τα τέλη της εφηβείας. Σε μια διαχρονική έρευνα, στην οποία παρακολουθήθηκε η πορεία 136 παιδιών με τη διαταραχή Tourette από την ηλικία των 5 έως την ηλικία των 15 ετών διαπιστώθηκε ότι, ενώ στην αρχή, το 59% των παιδιών αυτών παρουσίαζε ήπια μορφή της διαταραχής, στην ηλικία των 15 ετών, το ποσοστό των παιδιών που παρουσίαζε ήπια μορφή της διαταραχής αυξήθηκε στο 91%. Επιπλέον, το 52% των παιδιών αυτών ανέφερε ότι τα συμπτώματα μειώθηκαν σημαντικά με το πέρασμα του χρόνου.
Ωστόσο, η μείωση των τικ στην εφηβεία δεν σημαίνει οπωσδήποτε μείωση των ψυχολογικών προβλημάτων και του άγχους που τα συνοδεύουν. Αντίθετα, υπάρχουν ερευνητικά δεδομένα σύμφωνα με τα οποία τα μεγαλύτερα παιδιά με τη διαταραχή Tourette (12-16 ετών) παρουσιάζουν περισσότερα συνοδά προβλήματα, σε σχέση με τα μικρότερα παιδιά.
Η αναπτυξιακή πορεία των παιδιών με διαταραχές μυοσπασμάτων εξαρτάται από μια σειρά παραγόντων όπως το νοητικό επίπεδο και τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του παιδιού, τον αριθμό και το είδος των συνοδών προβλημάτων ή των διαταραχών που ενδεχομένως συνυπάρχουν με τα τικ, καθώς και το βαθμό στήριξης που θα λάβει το παιδί από το οικογενειακό και ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Στην περίπτωση που τα τικ αποτελούν μεμονωμένες και περιστασιακές εκδηλώσεις άγχους, είναι δυνατή η πλήρης αποκατάστασή τους με την παροχή συμβουλευτικής στους γονείς και με τη συμμετοχή του παιδιού σε κάποιο ψυχοθεραπευτικό πρόγραμμα. Στην περίπτωση της διαταραχής Tourette, μπορεί να επιτευχθεί ο περιορισμός των συμπτωμάτων και να μειωθεί σημαντικά η επίδραση τους στη λειτουργικότητα και την καθημερινή ζωή του ατόμου.
www.kids-center.gr
ΣΧΟΙΝΑ ΛΙΑΝΑ
ΨΥΧΟΛΓΟΣ

Read more...
Subscribe to this RSS feed